Γλυκό Σταφύλι - Οκτώβριος 2026
Η Μπίλι Άηλις αναρωτήθηκε στα ακουστικά μου για μία ακόμη φορά "για( )τί φτιάχτηκε" και απόψε τσάκωσα τη συνείδησή μου να της απαντά "για τίποτα".
Η πραγματικότητά μου κλονίζεται από τέτοια ερωτήματα χωρίς καμία περιοδικότητα και σε στιγμές που διαφέρουν μεταξύ τους κατά πολύ. Το τυχαίο, το "όπου φυσάει ο άνεμος" και το "όπου κυλάνε τα ποτάμια" μου μιλάνε τελευταία ξανά και έχω αρχίσει να τους δίνω προσοχή.
Σκέφτομαι συχνά ως κάποια μορφή "γκασλάητ" την πεποίθηση ότι υπάρχει πράγματι αυτός ο πολυπόθητος σκοπός της ύπαρξης. Σαν πως εθελοτυφλούμε ενώ το πράγμα είναι φως φανάρι! Κανένας σκοπός δεν διακατέχει τη σύσταση τη δική μου, ό,τι προσδοκώ και ποθώ προέκυψε στην πορεία. Ο "σκοπός" θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία ταμπέλα που γράφει "ΓΛΥΚΟ ΣΤΑΦΥΛΙ" κολλημένη σε ένα διαφανές βάζο με μακαρόνια· τίποτα περισσότερο.
Χειροκροτάμε την κοπέλα που σβήνει την τούρτα στα γενέθλιά της, λέμε "μπράβο"! Προφανώς όχι επειδή μπόρεσε να φυσήξει αρκετά δυνατά.
Ψάχνοντας να βρω να δικαιολογήσω την επιβράβευση του πράγματος, σκέφτομαι:
"μπράβο, ήσουν το γρηγορότερο σπερματοζωάριο"!

Χθες μέσα στο μετρό αναρωτήθηκα "Τι θα γίνει αν τώρα ανοίξω ξαφνικά την ομπρέλα μου;". Σε αυτό το ερώτημα η συνείδησή μου αντέδρασε πολύ πιο φλύαρα. Ένα σωρό σενάρια κατασκεύασα: μπορεί να μη συνέβαινε τίποτα, μπορεί να χτυπούσα κανέναν, να έσπαγα την ομπρέλα μου από απροσεξία, ίσως να κατέστρεφα τη μέρα κάποιου προληπτικού ή να τραβούσα απλώς δυο βλέμματα πάνω μου. Μετά οργίασε η φαντασία και τα σενάρια ξέφυγαν: αν ήμουν εντελώς μόνη μου μέσα στο τρένο και άνοιγα και ύστερα έκλεινα την ομπρέλα μου, θα είχε τον οποιοδήποτε αντίκτυπο η πράξη μου; Η προφανής χρήση της ομπρέλας δεν θα πραγματωνόταν, γιατί δεν θα με προστάτευε ούτε από βροχή, ούτε καν από ήλιο. Στυλιστικά δεν θα προσέδιδε κάτι, καθώς άλλωστε δεν θα με έβλεπε και κανείς. Τέλος, πόσο πια να με δονήσει και να με συγκινήσει μία τέτοια πράξη σε προσωπικό επίπεδο;
Άρα, τι;
Θα ήταν μία πράξη τελείως μάταιη;
Η ίδια πράξη που όταν βγήκα από το μετρό ήταν απολύτως απαραίτητη για να μην αρρωστήσω και να μην καταστραφεί το λάπτοπ στην τσάντα μου;
Ε, βασικά θα ήταν.
Η δύναμη της "συγκυριακότητας" μου μοιάζει ακαταμάχητη όταν μπλέκεται στα υπαρξιακά μας. Σχεδόν καθορίζει το αν ισχύει ή δεν ισχύει κάτι. Καθορίζει επίσης το αν γίνεται κάτι ή όχι.
(είναι τόσο διαφορετικές αυτές οι δύο υποθέσεις μεταξύ τους, άραγε;)
Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην δυνατότητα ως κατώτερη της πραγμάτωσής της. "Είμαστε αυτό που κάνουμε επαναλαμβανόμενα" συνοψίζεται στα εμπορικά αμερικανικά (we are what we repeatedly do). Με λίγα λόγια, αν δεν δω πράξη δεν πιστεύω τίποτα. Και η συγκυρία βλέπω να είναι αυτός ο γνώμονας που καθορίζει την πραγμάτωση ή την μη. Χωράει την αλήθεια του τυχαίου και του άγνωστου, όμως ταυτόχρονα χωράει και όλες τις διαστάσεις της πραγματικότητας στην εκάστοτε περίπτωση (συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό της!). Δεν μιλάμε για κάρματα, ενέργειες και ντετερμινισμούς. Ίσως μιλάμε για κάτι που θυμίζει τα μαθηματικά.
Τα πράγματα δεν μπορούν να είναι αλλιώς από το πώς μπορούν να είναι.
Και αυτή η σκέψη που μοιάζει να αναιρεί κάθε ρομαντισμό, προβληματισμό, ονειροπόληση,
είναι βασικά η ίδια σκέψη που ενισχύει κάθε ρομαντισμό, προβληματισμό και ονειροπόληση.
Γιατί ακριβώς στηρίζει την ιδέα πως ο κόσμος δεν λειτουργεί χωρίς αυτά, μόνο και μόνο επειδή αυτά υπάρχουν ώστε να τα αναφέρω αυτή τη στιγμή.
Και αν η ανθρώπινη ποιητικότητα κοιτάζει με δέος την συγκυριακότητα, τότε φαντάσου πώς κοιτάζει η συγκυριακότητα την ποιητικότητα που ενυπάρχει παράδοξα κι όμως θριαμβευτικά.
Γιατί ο "θρίαμβος" περιγράφει μόλις ικανοποιητικά τα τραγούδια, τα γραπτά και τα γλυπτά,
τις ζωγραφιές και τις εικόνες που κινούνται,
όσα λόγια θα ειπωθούν ακόμα και ό,τι πώθηκε πιο πριν,
τις ιστορίες των ανθρώπων που βρεθήκαν, που χαθήκαν,
τα δάση και τα σπίτια που χτιστήκαν, που ριχτήκαν,
όσους ήλιους είδαν τα μάτια μου, και όσα φεγγάρια αυτά προλάβουν
που συγκυριακά γινώθηκαν.
"Για τίποτα" δεν φτιάχτηκε η Μπίλι Άηλις, αλλά αν δεν αναρωτιόταν δεν θα είχα να την ακούσω.

