σερβιρίσου :)

Όταν η Ουτοπία πέθανε, ήρθαν στην κηδεία όλοι. Μικροί, μεγάλοι, μαθητές, καθηγητές, εργάτες, δικηγόροι, παντοπώλες, εφοριακοί, γιατροί, καλλιτέχνες, πολιτικοί. Κι ήταν όλοι αληθινά θλιμμένοι, μέχρι και οι πολιτικοί, και έκλαιγαν, άλλοι σιωπηρά κι άλλοι με λυγμούς και αναφιλητά.

Μουσική πίσω απ' την κλειστή πόρτα. Είναι μεσημέρι, ενοχλούνται οι γείτονες. Να πάω να φωνάξω πάλι; Να γίνω πάλι ο κακός; Έπρεπε να το 'χε σκεφτεί μόνη της. Έχω επιστρέψει εδώ κι ένα δίωρο από τη δουλειά και ούτε που ήρθε να μου μιλήσει. Με μισεί; Το κοριτσάκι που παίζαμε στη βεράντα τα απογεύματα επιλέγει συνειδητά και κατ' εξακολούθηση...

Κάποια βραδιά εφηβική, που ήμουν μοναχευμένη στο παιδικό μου δωμάτιο, η πόρτα μου είχε κλείσει και ο κρυφός φωτισμός πίσω από τις βιβλιοθήκες μου στόλιζε τον χώρο με μία εντύπωση πως, αν τα προσαρμόσεις σωστά, τα φώτα μπορούν να φτιάξουν έναν χώρο μέσα στον χώρο·

Ζουν ανάμεσα μας· λίγοι, πολλοί... ποιος ξέρει; Ποιος να τους προσέξει έτσι που τρέχει η ζωή και εμείς μαζί της; Οι ευαίσθητοι άνθρωποι κρύβουν ένα μικρό παιδί μέσα τους που πονάει έστω και με μια ασήμαντη για άλλους γρατζουνιά... που κλαίει απαρηγόρητα, μα και γελά συνάμα.

Όσο περιμένω την πτήση μου για Θεσσαλονίκη, παίζω στο μυαλό μου σε ριπλέι τις τελευταίες μέρες με τον Ορφέα. Προσπερνάω τις βόλτες στην πόλη, τα μουσεία, τη γνωριμία με τους φίλους του, προσπερνάω μέχρι και την απίστευτη φύση έξω απ' το Ντράμεν που με ταξίδεψε σε κομμάτια της παιδικότητάς μου που δεν θυμάμαι πότε τα συνάντησα τελευταία φορά, και...

Στη γειτονιά μου, στον Άγιο Παύλο, ακριβώς απέναντι απ' το Πέτρινο δημοτικό σχολείο, βρίσκονται δυο ξύλινα παγκάκια. Τοποθετημένα δίπλα-δίπλα, σχεδόν χωμένα στο δάσος, έχουν θέα στην πόλη, το Θερμαϊκό και τον Όλυμπο.