ΚΟΚΤΕΙΛ #2 προσωποποιήσεις (23/09)

Κάποια βραδιά εφηβική, που ήμουν μοναχευμένη στο παιδικό μου δωμάτιο, η πόρτα μου είχε κλείσει και ο κρυφός φωτισμός πίσω από τις βιβλιοθήκες μου στόλιζε τον χώρο με μία εντύπωση πως, αν τα προσαρμόσεις σωστά, τα φώτα μπορούν να φτιάξουν έναν χώρο μέσα στον χώρο·
και έτσι νιώθεις πως είσαι αλλού.
Μέσα στα χρώματα, τους ήχους και τους ρόλους του "αλλού" μου εγώ χαλάρωνα, ή μάλλον απλά το ζούσα: ήταν η κανονικότητά μου.
Τότε ήρθε ακάλεστος ένας περαστικός, που και αν κάτι μου θύμιζε, δεν τον είχα γνωρίσει. Έκατσε στο κρεβάτι μου, κοίταξε το βιβλίο μου, με ρώτησε αν γράφω, κι εγώ του είπα πως "ναι". Σκυφτός, λεπτός, γκρίζος σχεδόν, δεν χάρηκε ούτε θύμωσε, έγνεψε λίγο μάταια: μου απάντησε "τα λέμε".
Κάποιες βραδιές αργότερα -εφηβικές ακόμα- ο ξένος μου εμφανίστηκε μέσα σε αυτά που γράφω, κι έτσι γνωριστήκαμε για πρώτη μας φορά.
Ήταν πιανίστας, έπαιζε τις Πέμπτες σε ένα μέρος, τον ξέραν όλοι και κανείς και ούτε είχε μπάντα.
Τα βράδια άραζε σαν βάρκα στα λιμάνια μοναχός και το πρωί, όσους κι αν ρώτησα, κανείς δεν τον θυμόταν.
Σκυμμένος προς το πιάνο του απέφευγε τα μάτια εκείνης που του μούδιαζε το στειρωμένο σώμα,
από φόβο μην τη χάσει
αλλά και μην τη βρει ακόμα:
για αυτόν σενάριο φριχτό σε εκείνη να δοθεί-
"φριχτό πράγμα η πραγμάτωση αν έχεις 'ρωτευθεί"
Κι έτσι συνέχισε εύθυμος μεσα στη δυστυχία, μόνο(ς) σε αυτή να δίνεται, μακριά από αυτή.
Πέρασε καιρός και εγώ έφυγα πια από το εφηβικό μου δωμάτιο, μα η ανάμνησή του είχε κρατήσει ακόμη στις πρώτες μέρες που άλλαξα για το "φοιτητικό". Υπό νέο φωτισμό είχε άλλη χάρη που το σπίτι ήταν ολόκληρο δικό μου και πια δεν χρειαζότανε ο χώρος μες στον χώρο. Μα δες, που εμένα μου έλειψε η πρώην κανονικότητα και ένα πρωί επέστρεψα σε αυτή σαν καλεσμένη.
Εκεί ήταν που αντίκρυσα μία αμυγδαλίτσα, πανέμορφη, ανθισμένη, πλούσια σαν θεριό!
Έγειρε προς το μέρος μου "μάλλον δεν με θυμάσαι;"
σάστισα, λίγο ντράπηκα, δεν είχα τι να πω.
"Έπρεπε να σε ήξερα; Πρώτη φορά σε βλέπω!"
"Πριν φύγεις, εσύ με φύτεψες, εγώ έβγαλα κλονάρια, δεν πρόλαβα να βγάλω ανθό και δεν με είδε κανείς."
Λυπήθηκα που έχασα τέτοιο ωραίο θέαμα- τα χρώματα λευκά και ροζ με ζάλιζαν λιγάκι. Γλυκιά η ευωδία της με ξύπνησε και γύρισα πίσω στον πρώτο χώρο,
σιγά-σιγά κατάλαβα θα ερχότανε η άνοιξη,
μα ύστερα κατάλαβα ίσως ήταν αργά.
Ο επόμενος επισκέπτης μου ήτανε γερασμένος, κουρασμένος, ρυτιδιασμένος, με μακριά γκρίζα μαλλιά. Βαστούσε πάντα μια μαγκούρα και δεν χαιρόμουν να τον βλέπω. Αυτός ερχόταν και ερχόταν, εγώ έκανα πως λείπω. Βαρύς τύπος, μέθυσος, κάποτε μίλαγε -κοφτά.
Τον ρώτησα τι γίνεται με εκείνον τον πιανίστα, ήξερε αλλά βαριότανε για αυτόν να μου μιλήσει.
"και τι σε νοιάζει;"
"έτσι ρωτάω"
δεν με ένοιαζε όντως.
Τον γέρο δεν τον έδιωξα ποτέ, μα δεν ξανάρθε. Αραίωσε τις εμφανίσεις του μέχρι την τελευταία. Βαθιά μέσα μου φοβάμαι πως ο γέρος θα γυρίζει και θα με βρίσκει μες στον τρόμο να του φέρνω μια καρέκλα. Για τώρα πια πάει καιρός που δεν τον έχω δει.
Τα χρόνια μόνα τους έχτισαν πολλαπλούς πλέον χώρους, στον χώρο του μπλακονιού μου, σε αυτόν του σαλονιού, του δωματίου μου και ακόμα και στον χώρο της κουζίνας. Τώρα πια επιλέγω πού να βρίσκομαι και δέχομαι νέο κόσμο, άλλοτε αέρινες μορφές, και άλλοτε της γης.
Δεν απέχει ο έρωτας από τον κάθε άνθρωπο, ούτε στην τυχαιότητα και ούτε στο "μοιραίο".
Δεν είναι κάτι ανώτερο, και ο ίδιος παρακμάζει
σαν αφαιραίνουμε και 'μεις· κοινός εχθρός ο χρόνος.
Είναι γυναίκα ο έρωτας, χωράφια που οργώνει,
άντρας μικρός που χάνεται στο πλήθος σαν μυρμήγκι,
είναι παιδί που παίζοντας τα ρούχα του λερώνει
και είναι γριά που ψάχνει μια σκιά για να σταθεί.
Τα χρόνια μόνα τους κρατούν την πόρτα μου ανοιχτή για όσους μουσαφίρηδες θαρρεύουν με το φως της
κι εγώ σαν την πιστή αυτής της πόρτας θυρωρό, θα γράφω για όσους έρχονται, να έχω να διαβάζω.

