ΣΦΗΝΑΚΙ #06 κύμα
Ένα κύμα σκάει στο πάνω μέρος του χεριού μου
καθώς σκέφτομαι "πώς γίνεται να είμαι τώρα εδώ;".

Δυσκολεύει η αναπνοή μου σαν να λειτουργεί με μανιβέλλα και ο ήλιος που ώρα τώρα με χάιδευε, μου καίει πια το μέτωπο.
Με τρομάζει ο ορίζοντας στην απεραντότητά του,
με ανατριχιάζει σε συνδυασμό με αυτή την άμμο στο μαγιό μου.
Μονάχα το χέρι μου κινώ για να το φέρω μπρος στα μάτια, μήπως τα ξεκουράσω λίγο στη σκιά του σωματός μου.
Άλλο ένα κύμα με χτυπάει απαλά στο μπράτσο και μου κινεί το σώμα
όχι παρά τη θέλησή μου
μα σίγουρα άθελά μου.
Νιώθω ελαφριά και η καρδιά μου με όλους της τους χτύπους σαν να αποχωρεί από το στέρνο μου για λίγο στο μυαλό μου,
γίνεται μεμονωμένη οντότητα
που δεν αντέχει τη χαλάρωση αυτής της συνθήκης,
με τον ήλιο, την άμμο, το κύμα, τη σκιά
και φτάνει στο ύψος των ματιών μου, κρύβοντας μου λίγο φως, να μου θυμίσει πως το σώμα μου δεν γνωρίζει ηρεμία.
Την αντικρύζω και τρομάζω, μα πριν προλάβω να σκεφτώ με χτυπάει άλλο ένα κύμα
και ύστερα, ένα αεράκι που δεν είχα προσέξει με αγγίζει στα μαλλιά.
Η σκηνή έχει λήξει, η παραλία παύει να είναι πλατό και επιστρέφει στην μπανάλ αυθεντική μορφή της.
Στα αυτιά μου φτάνουν ήχοι που έως τώρα αγνοούσα και ασυναίσθητα χαρτογραφώ σε σχήμα χρόνου το βίωμα που με πέταξε έξω από ό,τι εύκολα χωρά το στενόχωρο μυαλό μου·
ήταν μόλις μια στιγμή.

