Λικέρ Μαστίχα - Ιανουάριος 2026

πώς αγαπάμε;
Αυτό το ζήτημα είναι μεγάλος εχθρός της ικανότητάς μου για την παραγωγή κάποιας μορφής λόγου, καθώς τη σαμποτάρει επανειλημμένα και με μεγάλη αποτελεσματικότητα.
είναι σαν την αναπνοή μου, που συμβαίνει εκεί συνεχώς, αβίαστη και ζωτική
και μόλις το σκεφτώ λιγάκι: "πώς αναπνέουμε;" - ασφυξία
είναι σαν τη μουσική, που χάνομαι σε αυτό που φτιάχνω, σε αυτό που ακούω ότι φτιάχνω και μόλις το σκεφτώ: "πώς παίζω;" - πάγωμα
Η αγάπη, η αναπνοή και η μουσική συσχετίζονται βαθιά υπαρξιακά στο κεφάλι μου, με κοινό γνώμονα το ότι δεν αντιλαμβάνομαι κανένα από τα τρία ως κάτι απτό, κι όμως όλα τους έχουν ισχυρή επίδραση στο σώμα μου. Το ενδιαφέρον είναι πως καταλαβαίνω σιγά σιγά ότι η επίδραση αυτή δεν είναι στιγμιαία ούτε παροδική. Η αναπνοή είναι εκ των πραγμάτων μια συνεχιζόμενη διεργασία. Η αγάπη και η μουσική αφήνουν αποτύπωμα πάνω μου, μου αφήνουν πληροφορία, μου αφήνουν γνώση- εμπειρία. Όσο πιο πολύ είμαι με ανθρώπους, τόσο πιο πολύ ξέρω τους ανθρώπους. Όσο πιο πολύ κάνω μουσική, τόσο πιο πολύ ξέρω μουσική.
Διαβάζω πολύ⋅ για αγάπες, για μουσικές, για αγαπημένους, για μουσικούς, και χαμός, και ψάχνω και βρίσκω εξηγήσεις για αυτά που δεν καταλαβαίνω και - σούπερ. Αλλά υπάρχει ένα ταβάνι που μάλλον του έχουν πέσει καναδυό σοβάδες, γιατί το κουτουλάω συχνά, και πάνω από αυτό το ταβάνι δεν μπορεί παρά να βρίσκεται κάποιος ουρανός. Ένας ουρανός όπου βιώνω την αγάπη, εφαρμόζω την αγάπη, την ξέρω και την κάνω. Ένας ουρανός πολύ πλατωνικός και μακριά από τον χωροχρόνο, αλλά γεμάτος με χώρους και χρόνους.
χρόνους όπως τα καλοκαίρια στο χωριό που η γιαγιά μας έβαζε υποβρύχιο μαστίχα και χοχλιούς,
χώρους όπως το αρτίστικ σπίτι της Ελευθερίας που με κέρασε λικέρ μαστίχα και μου θύμισε το υποβρύχιο της γιαγιάς μέσα σε ένα ινσέπσιον ουρανού με χώρους και χρόνους...
...και εδώ ακριβώς που ξεκινάω τα ακαταλαβίστικα, μάλλον είναι ακριβώς και η ώρα να τα σταματήσω και να αναφερθώ στην αφορμή αυτού του κειμένου, που δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την αγαπημένη μου αιώνια καθηγήτρια αγγλικών Ελευθερία.
Ανάμεσα στα «θα σε βάλω τιμωρία», «θα φωνάξω τη μαμά σου», «θα φύγω», ακόμα και τα «τι είναι αυτά που γράφεις» (το αγαπημένο μου μακράν ήταν το «στο λέω, θα με κάνεις να καπνίσω»), εκφραζόταν μεγάλη φροντίδα εκ μέρους της για τη σχέση μου με την τέχνη. Μου μιλούσε για τη Φρίντα Κάλο, μου πρότεινε ταινίες και τραγούδια, πηγαίναμε για καφέ και φαγητό πάντα σε πιο ψαγμένα μαγαζιά, και γενικά έσπερνε ερεθίσματα που υπήρξαν πολύ σημαντικά για εμένα μεγαλώνοντας- όλα αυτά συνεχίζονται και τώρα, φυσικά.
Η Ελευθερία ερχόταν σπίτι μου για να μου μάθει αγγλικά, περίπου από όταν ήμουν 7 χρονών. Οι γονείς μου ξέρανε ότι η πόρτα κλείνει και εγώ μελετάω τις γραμματικές και τα συντακτικά που χρυσοπλήρωναν κάθε Σεπτέμβριο. Στην πραγματικότητα όμως, η Ελευθερία επιτελούσε κατ' εξακολούθηση ένα μεγαλύτερο έργο, όχι απλά (ή καθόλου απλά) επειδή έφερνε τις μουσικές και τους πίνακες και τις ταινίες και όλη την τέχνη που έφερνε στο παιδικό μου και εφηβικό μου δωμάτιο, αλλά επειδή κουβαλούσε την δική της τέχνη πάνω της, στο πώς μου μιλούσε, στα σκουλαρίκια που μου έφτιαχνε μόνη της, στις σκέψεις που μοιραζόταν, στα ταξίδια της που μου αφηγούταν.
"Παιδάκι μου αυτό σου το έφερα από τη Βουδαπέστη, είναι μία πόλη χωρισμένη στα δύο, που έχει τη Βούδα και την Πέστη και στη μέση το ποτάμι, δες. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Με ακούς καθόλου; Θα πας μια μέρα εκεί και θα με θυμάσαι."
Από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα, από τους πρώτους ανθρώπους που με γνώρισαν. Με ρωτούσε τι μου αρέσει, τι πιστεύω και τι σκέφτομαι. Τσακωνόμασταν. Ανεχόταν (τις περισσότερες φορές) τα νεύρα μου και θαύμαζε τις ιδέες μου. Και το φοβερό; Μου έμαθε πολύ πολύ καλά αγγλικά!
Η ισχύς τόσο της τέχνης όσο και της εγγύτητας σε αυτό που ονομάζουμε "παιδεία" -τέλος πάντων- δεν είναι θαυματουργή, καθώς αυτό σημαίνει την ανάγκη για κάποιο εξωγενές "μαγικό θαύμα". Είναι απλώς αναπόσπαστο μέρος της.
Στην εποχή όπου το σχολείο -και οτιδήποτε παρεμφερές του σχολείου μπορεί να παραβλέπω- θεσμικά προωθεί το μοντέλο της γνώσης ως κατανάλωση (. τις πανελλήνιες!!!!!!!!!!) και παγιδεύει παιδιά και παιδιά σε μία ρηχή σχέση με τη μάθηση όπου οι ιδέες, οι ανησυχίες και ο αυθορμητισμός πολλές φορές δεν χωράνε ΚΑΝ,
δεν μπορεί να ακούω με παράπονο ότι "τα παιδιά δεν αγαπούν το σχολείο".
(!"τα κακά, αχάριστα παιδιά"!)
για ποια αγάπη μιλάμε; πώς αγαπάμε, και ποιο σχολείο μας το μαθαίνει αυτό;
Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να εμπνεύσουν από τη θέση της καθηγήτριας, όπως η Ελευθερία και όπως πολλές αγαπημένες καθηγήτριες και καθηγητές είχα. Που ίσως να αφήνουν τους εαυτούς τους να συνδεθούν με αυτό που κάνουν και χαρίζουν αυθεντικότητα και επαφή.
Η Ελευθερία είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα, αλλά φυσικά όχι το μοναδικό, και αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλα εκείνα τα καλά παραδείγματα και την ίδια.
Και λοιπόν, όταν έκατσα στο σαλόνι της στα 21 μου πια και με κέρασε Λικέρ Μαστίχα, περιτριγυριζόμενη από τα κεραμικά και τις ζωγραφιές της, ένιωσα όμορφα που μου ήρθε στο μυαλό το χωριό, η γιαγιά και το υποβρύχιο. Σκέφτηκα ότι ίσως η γιαγιά μου με αγαπούσε με το να θυμάται ότι εμένα μου άρεσε το νερό μου ζεστό στο ποτήρι με τη μαστίχα και όχι "μισό-μισό" όπως του αδερφού μου. Και ίσως μέσα από μία τέτοια αποτύπωση- ανάμεσα σε άλλες- έχω μάθει κι εγώ έναν τέτοιο τρόπο να αγαπώ- ανάμεσα σε άλλους.
Αυτό το κείμενο είναι αποτέλεσμα έμπνευσης, επιβεβαιώνοντας διακριτικά το περιεχόμενό του.

