Ο μεγαλύτερος μαλάκας - Μάιος 2026

17/05/2026

Η Νεφέλη Φασούλη λέει "Αυτό που θέλω να σου πω, το 'χουνε κι άλλοι γράψει [.. μα εμένα τ' όργανο έσπασε και το χαρτί έχει κάψει.]".

Επιστρέφοντας στην επικαιρότητα της Θεσσαλονίκης, έμαθα σήμερα πως πλέον στην ΚΙΚΟ μπορείς να γράψεις το όνομά σου πάνω σε γκλος. (επιτέλους!)

Παρατηρώ την κουλτούρα της εξατομίκευσης χρόνια τώρα και κάτι μου λέει πως έχει φτάσει σε κάποιο πικ αυτή την περίοδο. Τα τελευταία χρόνια είναι αγαπημένος τύπος δώρου στον περίγυρό μου τα προσωποποιημένα μπλουζάκια, οι κούπες, τα κοσμήματα, οι τούρτες, τώρα πια σχεδιάζουμε και τα δικά μας αυτοκόλλητα για περιστάσεις όπως πάρτι, ορκωμοσίες και, απ' ό,τι φαίνεται, σύντομα και γκλος (!). Συσχετίζω έντονα την τάση αυτή με την "κουλτούρα" των αναφορών (references) για την οποία έγραψα στο πρώτο μου κείμενο. Όταν πρόκειται για δώρα ειδικά, με ένα καλό reference έχεις απογειώσει μία συνηθισμένη επιλογή όπως είναι το T-shirt ή μία αφίσα. Αμέσως εδραιώνεται η αίσθηση της οικειότητας, το "σε ξέρω" ή "σε αναγνωρίζω", ακόμα και η επιβεβαίωση ότι υπάρχει μία προσωπική σου αισθητική η οποία αποτυπώνεται.

Στα μάτια μου, η εξατομίκευση ξεπηδάει ως μία ανάγκη σε ένα περιβάλλον φοβερής μαζικότητας και "μαζοποίησης" όχι τυχαία, αλλά αλληλένδετα με αυτή. Στην πράξη, είναι της μόδας να εξατομικεύουμε τα προϊόντα μας σε σημείο που η εξατομίκευση αποκτά η ίδια μία ποιότητα προϊόντος. Άλλωστε, πάει καιρός που ο αέρας πουλιέται, δεν είναι κάτι καινούριο αυτό.

Το βρίσκω φοβερά ενδιαφέρον ότι η προσπάθεια για προσωποποίηση είναι ένα μαζικό φαινόμενο και μάλιστα μέσα από τέτοια παραδείγματα αποδεικνύεται σε εμένα το πολυδιάστατο της ανθρώπινης σχεσιακότητας.

Και μία φοβερή αναλογία του συλλογισμού μου αποτελεί το τραγούδι της Νεφέλης Φασούλη (συνθέτης ο Φοίβος Δεληβοριάς) σχετικά με την ομοιότητα των τραγουδιών (και αλληγορικά των "συναισθημάτων" ή καλύτερα της συναισθηματικής έκφρασης), σε αντιπαράθεση (ή και όχι) με την μοναδικότητά τους. Και με απλά λόγια λέει ότι πολλοί γράφουν τραγούδια και λένε το ίδιο με εμένα αλλά εγώ θέλω να πω το δικό μου ίδιο όποτε γράφω ένα δικό μου τραγούδι. Και μόνο ο τίτλος του τραγουδιού("Δεν ξέρω με τι μοιάζει") εμένα μου αφήνει την εντύπωση ότι για να τίθεται ζήτημα ομοιότητας, ε, μάλλον κάτι μου θυμίζει, αλλά και όχι, ταυτόχρονα.

Μία λιγότερο ρομαντική πλευρά του ζητήματος είναι η γενικότερη τάση για branding. Βλέπω ότι το πράγμα τείνει προς μία κατεύθυνση παγίωσης της προσωπικής αισθητικής μας με σκοπό την προώθηση - και βασικά με την έννοια του PR. Δεν αναφέρομαι μόνο σε δημιουργούς περιεχομένου, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες. Χρόνια τώρα, χρήστες των social συνηθίζουμε να διατηρούμε κάποιο συγκεκριμένο-προσωποποιημένο aesthetic στην ψηφιακή μας παρουσία και στο "προφίλ" μας. Το "ψηφιακό αποτύπωμα" έχει πλέον ισχυρότατο ρόλο σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής μας δραστηριότητας και αυτό το θεωρώ μία φυσική (!!) εξέλιξη των πραγμάτων.

Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί αυτή η εξέλιξη έχει μία πολύ συγκεκριμένη δομή που θυμίζει κάτι από κατάλογο. Οι άνθρωποι έχουμε επιλέξει να "χτίζουμε το προφίλ" μας αυτό κυρίως μέσω οπτικού υλικού, και αυτό εγώ το καταλαβαίνω με την καθιέρωση του instagram ως το πιο συχνό μέσο κοινωνικής δικτύωσης (στον κόσμο μου έστω). Facebook, twitter ή άλλες πλατφόρμες που βασίζονται σε δημοσιεύσεις σε μορφή κειμένου έχουν χάσει την απήχησή τους, ενώ το TikTok (και αντίστοιχα τα reels στο instagram) κατά τη γνώμη μου καλύπτει άλλες ανάγκες της ίδιας πραγματικότητας. Η δραματική μου σύγκριση των προφίλ με "καταλόγους" δεν αντικατοπτρίζει κάποια πεσιμιστική μου πεποίθηση σχετικά με την συστηματοποίηση και την εμπορευματοποίηση της ταυτότητας μας ως μία "παγίδα" του καπιταλισμού, αλλά περισσότερο την έκπληξή μου για το πώς η ταυτότητα διαμορφώνεται εκ προοιμίου- φανερά- χωρίς "παγίδες" υπό συνθήκες που θυμίζουν αν όχι κάτι το εμπορικό, σίγουρα κάτι κερδοφόρο.

Περιγράφω μία πραγματικότητα που δεν βρίσκω ευχάριστη, όμως ειλικρινά δεν έχω αντιληφθεί ακόμα τα όρια της κριτικής μου. Η εξατομίκευση και το branding συνυπάρχουν χωροχρονικά στην κοινωνία του self-care, της αυτοβελτίωσης, της ψυχοθεραπείας. Και πολλές φορές συγχέονται εκτός από το να συνυπάρχουν. Η φάση είναι ατομο-κεντρική και αυτό δεν μπορώ να το κατακρίνω αμιγώς:

αφενός σκέφτομαι: επιτέλους πάμε ψυχολόγο // αφετέρου σκέφτομαι: κοιτάμε όλοι τον κώλο μας

"φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας"

Για τον Θουκυδίδη, φιλοσοφείν και μαλακία δεν πήγαιναν μαζί στην Αθήνα του 431π.Χ. Στη Θεσσαλονίκη του 2026μ.Χ. εγώ τα βλέπω συχνά συσχετιζόμενα. Και μερικές φορές μου βγαίνει να αποδώσω στην ίδια κουλτούρα που χωράει την αυτοβελτίωση και τον αυτο-στοχασμό ότι φτάνουμε σε σημείο να προσπαθούμε να προστατεύσουμε πρώτα τον εαυτό μας στο όνομα της θεραπείας μας, να κοιτάξουμε τις ανάγκες μας πρώτα στο όνομα του τραύματος και τελικά αντί να επιστρέφουμε κάπου (στο σύνολο;) την δική μας προσωπική εξέλιξη, απλά έχουμε φροντίσει να προλάβουμε να γίνουμε εμείς ο μεγαλύτερος μαλάκας, πριν τους άλλους, ώστε να είμαστε εμείς καλά.

Γιατί χάρη στο πνεύμα της προσωπικής- μοναδικής- ατομικής- εσωτερικής μας εξερεύνησης καταφέρνουμε να ακούμε, να ανακαλύπτουμε, να εκφράζουμε και να μετουσιώσουμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Και αυτό θα είναι δικό μας.

Μου βγάζει όμως νόημα να αφήνουμε τις μικρές μας αφυπνίσεις να μας πάνε παραπέρα.

Να φτιάξουμε τον δικό μας κόσμο, αλλά να τον αφήσουμε να συνομιλεί με τον «κοινό».

Σαν να γράφουμε τραγούδια, να τα ακούμε με τις φίλες στο αυτοκίνητο.

Share