Οι λήθιοι - Ιούλιος 2026

03/07/2026


Στην Πολιτεία περιγράφεται ο Ποταμός της Λήθης σαν μία λιγότερο καλτ βερσιόν του Lacuna Inc από το Eternal Sunshine of the Spotless Mind.
Περνάς, πίνεις νερό και ξεχνάς.


Και τελικά και στην Πολιτεία και στην ταινία μια χαρά τα θυμούνται μετά (σπόιλερς).
Είναι λήθη αυτό;



Το ανθρώπινο μυαλό αποβάλλει πληροφορίες ίσως σε περιπτώσεις τραύματος, ίσως σε περιπτώσεις αδιαφορίας, μπορεί και επειδή αυτές είναι πολύ πυκνές, δύσκολες και δυσφορικές για να τις συγκρατήσει.
Ε, και όπως και να το κάνουμε δεν γίνεται μάλλον να τα θυμόμαστε και όλα, ένα μυαλό το 'χουμε, ζούμε στην εποχή της υπερ-πληροφόρησης, έχουμε πήξει πια- και τα κλασικά.


Η τυχαιότητα μου μοιάζει σαν μία δεδομένη αλήθεια συχνά, κι όμως εδώ νιώθω να με προδίδει.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η διαλογή μεταξύ πληροφορίας προς απώθηση και πληροφορίας προς διατήρηση είναι μία διαδικασία του ανθρώπινου μυαλού και ψυχισμού που συμβαίνει στο φάσμα της τυχαιότητας. Η έννοια της πρόθεσης είναι μάλλον πολύ μεγάλη συζήτηση, αλλά έστω σε κάποιον βαθμό μάλλον αυτή η ίδια καθορίζει τι μένει και τι όχι.
Και εκεί έρχεται σε μία φαινομενική αντιπαράθεση το βίωμα ως σωματικοποιημένη εμπειρία και συνήθειες ή (κατά τρόπους) γνώσεις που αποκτάμε χωρίς να προϋποτίθεται κάποια πρόθεση, όπως για παράδειγμα μέσω της επανάληψης.


Δεν έχω γνώσεις βιολογίας, ψυχολογίας ή κάποιας άλλης -λογίας, όμως βρίσκω μία φιλοσοφική διάσταση στη σχέση της λήθης με την πρόθεση.


Μπορούμε να ξεχάσουμε κάτι συνειδητά;
λένε:
ο Αττίκ προσπαθεί να λησμονήσει έναν παλιό σκοπό, μιας και περάσαν χρόνια
ο Θηβαίος δεν θέλει να έχει να θυμάται όλα αυτά που τον πονάνε, οπότε ζητάει αυτά να σβηστούν
ο Φοίβος Δεληβοριάς θέλει να ξεχάσει, μα δεν βρίσκει κρασί (στο ίδιο άλμπουμ που περιγράφει ένα πέλαγος μπουκάλια, και βιβλία και καπνό)
ο Αλκίνοος Ιωαννίδης πίνει νερό από την ίδια την πηγή της λήθης, κι όμως έχει αντίθετα αποτελέσματα από τα προβλεπόμενα


Μπορούμε να ξεχάσουμε κάτι επειδή θέλουμε το ξεχάσουμε;
Γίνεται να θέλουμε να ξεχάσουμε κάτι, ειλικρινά;


Ποια είναι τα όρια μεταξύ επιθυμίας και πρόθεσης;
Η επιθυμία σχετίζεται με τα πάθη μας, κι όμως η πρόθεση έχει μία πιο πρακτικο-φανή επικάλυψη.


Δεν αμφισβητώ την ταλαιπωρία των προαναφερθέντων που τους οδηγεί στο να «προσπαθούν»- ακόμα και να έχουν την πρόθεση- να πετύχουν τη λήθη, όμως μήπως είναι η επιθυμία τους που «άθελά» της (λίγο πιο θεατρικό σχόλιο) συσχετίζει τα αντικείμενα της λήθης με το θυμοειδές ή τέλος πάντων το πάθος τους και τα αναζοπυρώνει;


Αλλά κακά τα ψέματα, και το κλασικό «πετυχαίνουμε -ή χειρότερα- μας έρχεται κάτι που θέλουμε όταν σταματάμε να προσπαθούμε» δεν με κάλυψε ποτέ ιδιαίτερα.


Και έστω ότι η προσοχή μας, τα συναισθήματά μας, η σκέψη μας αποτραβιούνται από ένα ζήτημα και αυτό πράγματι ξεχνιέται. Τι γίνεται όταν ερχόμαστε σε επαφή με ένα σχετικό του ερέθισμα και ξανά ξυπνάει μέσα στο μνημονικό μας;
Τι συμβαίνει όταν ο εκμαιεύεται η γνώση στην Πολιτεία και τι συμβαίνει όταν ξανά ερωτεύονται ο Τζιμ Κάρεϊ και η Κέητ Γουίνσλετ;
Ξεχάστηκε άραγε ποτέ κάτι για πάντα;


Φαίνεται σαν να μην μιλάμε για πραγματική απουσία μνήμης, αληθινό σβήσιμο. Μοιάζει τόσο εύθραυστη η λήθη. Και άρα ο Δεληβοριάς που προσπαθεί να ξεχάσει και θέλει ίσως δεν μπορεί γιατί ίσως δεν γίνεται; Και αν προκύψει και κάτι ξεχαστεί, αυτό θα είναι προσωρινό ούτως ή άλλως. Ο Αττίκ ίσως και να τα πήγαινε καλά στην προσπάθεια του μέχρι το συμβάν στην Μάντρα.


Βέβαια, δεν μπορώ παρά να επανέλθω στο ζήτημα της πρόθεσης και να προσθέσω τον παράγοντα της ιεραρχίας. Υπογράφω ότι δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από την ιστορία της Γ' λυκείου, εκτός από ό,τι αφορούσε στις αντί-βενιζελικές απόψεις του καθηγητή μου, που είχαν λίγο πλάκα για εμένα. Δεν θυμάμαι σχεδόν ποτέ αριθμούς (όποιου είδους) και ποια χρονιά έγινε τι, δεν θυμάμαι σχέδια που κανονίζω, κατά περιπτώσεις δεν θυμάμαι και ότι ψήνω ρύζι στην κουζίνα. Αλλά θυμάμαι ένα σωρό στίχους τραγουδιών και ποιημάτων μου, ακόμα και μεγάλων κειμένων, αρκεί αυτά να μου αρέσουν.

Ο παππούς μου δεν θυμάται τι λέμε τη στιγμή που το λέμε, δεν θυμάται ονόματα και συζητήσεις. Και όμως με λεπτομέρεια αφηγείται την ιστορία για το πώς έφυγε από το χωριό, ποια χρονιά δούλεψε πού, πότε ταξίδεψε με τη γιαγιά μου στην Αθήνα και πού έμειναν, και όλα αυτά έγιναν πολλά πολλά χρόνια πριν.


Υπάρχει σε αυτήν την ιεραρχία ως προτεραιότητα λοιπόν το συναίσθημα;
Μας μένει ό,τι παθιασμένο; Ό,τι παθιαστικό;
Μου αρέσει αυτό


και μου είναι καθαρό το γιατί,
και θυμώνω
και αναρωτιέμαι


πώς ακόμα «ανήκει» η γνώση στα αποστειρωμένα λύκεια;
πώς οι άνθρωποι που τόσο συχνά φοβόμαστε μη χαθούμε μες στη λήθη ποντάρουμε στην τσέπη μας, στο έργο μας για να την καταπολεμήσουμε, να την ξεγελάσουμε, να την νικήσουμε;



Υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός της λησμονιάς από το συναίσθημα;


Μια συνεχής προσπάθεια είναι η αντιμετώπιση μας απέναντι στην λήθη. Προσπαθούμε να ξεχάσουμε, προσπαθούμε να μην ξεχαστούμε.


και μερικές φορές σκέφτομαι
ότι όσο το σκέφτομαι
με τον έναν ή τον άλλον τρόπο


είμαστε ηλίθιοι

Share