Σαν να 'ταν ψέμα (απόσπασμα)
Κεφάλαιο 1ο
Μουσική πίσω απ' την κλειστή πόρτα. Είναι μεσημέρι, ενοχλούνται οι γείτονες. Να πάω να φωνάξω πάλι; Να γίνω πάλι ο κακός; Έπρεπε να το 'χε σκεφτεί μόνη της. Έχω επιστρέψει εδώ κι ένα δίωρο από τη δουλειά και ούτε που ήρθε να μου μιλήσει. Με μισεί; Το κοριτσάκι που παίζαμε στη βεράντα τα απογεύματα επιλέγει συνειδητά και κατ' εξακολούθηση να αποφεύγει όσο μπορεί να με δει, να μου μιλά; Δεν της κάνω παρατήρηση. Να το καταλάβει μόνη της, να της το πει η μάνα της.
(βυθίζομαι στο πρόβλημά μου χωρίς να το θίξω, χωρίς να το εκφράσω- καμία προσπάθεια να λύσω κάτι, σφουγγίζω ένταση μέσα στην ένταση)
Ξέρω καλά αυτήν την πόρτα. Την κάθε γρατζουνιά, την κάθε ρωγμή του ξύλου και το ξεβαμμένο της λευκό. Εδώ μένω χρόνια τώρα. Έξω απ' την πόρτα. (ποιος γνωρίζει καλύτερα το σπίτι σου από εσένα τον ίδιο;) Από μέσα, η πόρτα ξένος τόπος, άγνωστος. Δεν με φώναξε ποτέ να μου δείξει τις ζωγραφιές που μου είχε ζητήσει να κάνει με τις μπογιές της. Φαντάζομαι λουλούδια, της αρέσει να ζωγραφίζει λουλούδια.

«Κοίτα μια παπαρούνα που έφτιαξα, για εσένα. Να τη βάλεις στο γραφείο σου, να πάρει χρώμα.»
Την έχω αυτήν την παπαρούνα, κίτρινη και πεσμένη σαν να θέλει να αγγίξει το γρασίδι. Σπάει το καφέ των μονότονων επίπλων μου. Σπάει το καφέ της σκέψης μου. Κίτρινο, έντονο κι εξωστρεφές σε ένα λουλούδι μάλλον αφρόντιστο, που θυμίζει κάτι το καταθλιπτικό. Ανθισμένο κι όμως ετοιμόρροπο. «Πιο λαμπερά να ζωγραφίζεις τα λουλούδια, μικρή. Πιο αισιόδοξα, αφού είναι ανθισμένο! Ορίστε, δες…»
Ζωγραφίζαμε τότε μαζί. Έβλεπα το ταλέντο της να ξετυλίγεται, έβλεπα την πρόοδο. Δεν μπορούσα να την ακολουθήσω μετά από ένα σημείο, δεν μπορούσα να φτάσω το επίπεδό της. Αλλά δεν σταμάτησε να παίρνει συμβουλές μου. Πάντα υπήρχαν λεπτομέρειες που είχαν περιθώρια βελτίωσης. Αυτά σε κάνουν τέλειο. Και εκείνη μπορούσε να γίνει τέλεια. Θα γίνει τέλεια. Μακάρι να μπορώ να την δω τότε. Μακάρι να με έχει ξαναπλησιάσει.
--
Πήγαινα έκτη δημοτικού όταν άκουσα πρώτη φορά αυτό το κομμάτι. Με πήγαινε σχολείο, καμία όρεξη δεν είχα να ακούω πάλι ξένους να τραγουδάνε και να μην καταλαβαίνω τίποτα απ' όσα λένε. Τον είδα σκεπτικό εκείνο το πρωί, ίσως να ήταν τίποτα με τη μαμά, ίσως κάτι με τη δουλειά. Πάντα ευγενικός και γλυκός μαζί μου, δεν θα μου έλεγε τι είχε και να ρώταγα. Καταλάβαινα, δεν ήμουν τόσο μικρή. Αλλά έχω σταματήσει να μεγαλώνω, για εκείνον, απ' όταν παίζαμε με το τηλεκατευθυνόμενο στη βεράντα τα βράδια που σχολούσε. Γυρνώντας από το σχολείο του έδωσα μια ζωγραφιά που έκανα στο διάλειμμα. Σχολίασε κάτι για το χρώμα του γρασιδιού και τα φύλλα του ζωγραφισμένου φυτού και την κορνίζωσε από τότε στο γραφείο του. Είναι ακόμα στην ίδια θέση. Του αρέσει να το κάνει αυτό.
Σαν να 'ταν ο σκοπός να βαλσαμώσουμε τον χρόνο και τις στιγμές, να τις κρατήσουμε ίδιες, απαράλλαχτες. Να επιστρέφουμε την ίδια ώρα από την δουλειά, να βλέπουμε τα γνωστά δελτία και να λέμε τα ίδια πράγματα. Εγώ να είμαι ακόμα έξι χρονών και να παίζω με τις κούκλες μου. Να κάνουμε ό,τι έχουμε ξανακάνει, τίποτα παραπάνω. Να ζωγραφίζουμε μόνο ό,τι ξέρουμε. Λες και είχα προϋποθέσεις και όρους τεχνικής ικανότητας για να περάσω λίγο χρόνο μαζί του. «Δεν ξέρω εγώ παιδί μου να ζωγραφίσω πια μαζί σου. Εσύ έγινες τόσο καλύτερη. Με εμένα θα ζωγραφίσεις;» Δεν ήταν τάλεντ σόου. Ήταν ένα απόγευμα, κι εγώ δεν είχα πια τηλεκατευθυνόμενο. Είχα πινέλα, ήταν πιο όμορφα και πιο μαλακά. Απεικόνιζαν τα πρώτα βήματα της προσωπικότητάς μου, τα πρώτα της στοιχεία. Άρχισα να γίνομαι εγώ, το λίγο πιο ανάλαφρο και ευαίσθητο εγώ μου. Και ήταν όμορφο. Αλλά ήταν και άβολο.
Έγινα κοπέλα, με σκέψεις μεταξένιες και σεξουαλικές ανησυχίες. Μου ήρθε περίοδος. Αγόρασα σουτιέν. Μου άρεσε ένα αγόρι και ίσως λίγο ένα κορίτσι. Οι ζωγραφιές μου δεν βελτιώθηκαν ιδιαίτερα. Πάντα υπάρχει, άλλωστε, περιθώριο βελτίωσης. Απλώς είδα τον κόσμο αλλιώς κι έτσι θέλησα να τον αποτυπώσω. Κι εκείνος δεν αναγνώριζε κανέναν τέτοιον κόσμο. Ούτε εκείνος τον είχε ξαναδεί, και ούτε θα έβλεπε ποτέ κάτι τέτοιο το κοριτσάκι στην βεράντα το απόγευμα. Οπότε και οι δύο συμφωνήσαμε πως δεν μπορούσαμε να ζωγραφίζουμε άλλο μαζί, γιατί ήμουν τόσο καλύτερη σε αυτό πια, που πώς να ακολουθούσε εκείνος;
Και χώρισε η πόρτα μου τον κόσμο μου που του προκαλούσε αμηχανία, από τον δικό του που ένιωθα να μη με χωράει. Τουλάχιστον όχι όσο έμενε εκεί και το κοριτσάκι της βεράντας.
Και ξαφνικά ξαναγαπιόμασταν τόσο πολύ. Σαν να 'ταν ψέμα!

