ΣΦΗΝΑΚΙ [ΚΟΝΙΑΚ] του Αλέξη: Όταν Κηδέψαμε την Ουτοπία

16/10/2026

Όταν η Ουτοπία πέθανε, ήρθαν στην κηδεία όλοι. Μικροί, μεγάλοι, μαθητές, καθηγητές, εργάτες, δικηγόροι, παντοπώλες, εφοριακοί, γιατροί, καλλιτέχνες, πολιτικοί. Κι ήταν όλοι αληθινά θλιμμένοι, μέχρι και οι πολιτικοί, και έκλαιγαν, άλλοι σιωπηρά κι άλλοι με λυγμούς και αναφιλητά.

Όσο την χαμήλωναν στο χώμα εγώ στεκόμουν μπροστά-μπροστά, πάνω απ' την τρύπα που της είχαν σκάψει πρόχειρα, το ίδιο πρωί, και κοιτούσα το φτηνό φέρετρο που της είχαμε πάρει -δεν είχαμε χρήματα για κάτι καλύτερο- περιτριγυρισμένο από υάκινθους. Το κοιτούσα με δάκρυα πίσω απ' τα μάτια μου και ένα παράπονο δεμένο κόμπο στο λαιμό μου.

Στο νου μου ήρθαν όλες οι βραδιές που πέρασα παρέα της, στο δωμάτιο με τις χρυσές πεταλούδες. Ξαναέζησα το κάθε της χάδι και την κάθε της ενθαρρυντική κουβέντα, στο δωμάτιό μας, μακριά απ' τη φασιστική απολυταρχία της Καθημερινότητας, μακριά από την τόση πικρία του κόσμου. Χαϊδεύοντας τις πεταλούδες, ξαπλωμένος δίπλα στην Ουτοπία, όλα έμοιαζαν δυνατά. Μέχρι και η αντίσταση στην Πραγματικότητα.

Τι μας έμενε πια; Ποιο όνειρο να περνάμε τις νύχτες μας; Ποιο μέλλον να οπλιστούμε να αντισταθούμε στην Καθημερινότητα, βλοσυρό σκοπό με το τουφέκι της επ' ώμου; Ποιο δωμάτιο να κρυφτούμε από την οργή της Πραγματικότητας, εκδικητικής αρχόντισσας του σύμπαντος;

Κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα, αλλά ακουγόταν πως η Πραγματικότητα είχε εισβάλει χθες το βράδυ στο δωμάτιο με τις χρυσές πεταλούδες, και είχε στραγγαλίσει την Ουτοπία με τα ίδια της τα χέρια.

Τίποτα πια δεν μας έμενε, μόνο το δέρμα μας, λεπτό και άχρωμο, και ένα βάδισμα με χαμηλή, πλην κεκτημένη και αμείωτη ταχύτητα ως τον θάνατό μας.

Τη στιγμή που αποδέχτηκα πως τα δάκρυα πίσω απ' τα μάτια μου δεν θα έπεφταν ποτέ, πήρα φόρα και βούτηξα μες στο λάκκο, πάνω απ' το άψυχο κορμί της Ουτοπίας.

Μου φώναξαν διάφορα. Τι κάνεις εκεί μικρέ; Δεν τη λυπάσαι τη ζωή σου; Και εγώ απάντησα με παιδική φωνή: Αφήστε με να αναπαυθώ δίπλα της.

Κανείς δεν άντεξε να μου αρνηθεί αυτήν μου την επιθυμία.

Έπλεξα στοργικά τα χέρια μου γύρω απ' το φτηνό ξύλο και βύθισα το πρόσωπό μου στους υάκινθους, νιώθοντας τις πρώτες φτυαριές χώμα να πέφτουν στην πλάτη μου.

Αφού με σκέπασαν πια τελείως, και είχα πάψει να αναπνέω, φόρεσαν καθένας τη μάσκα του, και χωρίστηκαν πάλι σε στρατόπεδα: οι μικροί με τους μικρούς, οι μεγάλοι με τους μεγάλους, οι εργάτες με τους εργάτες, οι καλλιτέχνες με τους καλλιτέχνες, οι εφοριακοί με τους εφοριακούς και οι πολιτικοί με τους πολιτικούς.

Κι έτσι, χωρισμένοι, κινήσανε και πάλι για τις ζωές τους.


γράφει ο Αλέξιος Κούβελας

Share