ΣΦΗΝΑΚΙ [ΣΠΕΣΙΑΛ]: λευκός καμβάς
Ανοίγω τα μάτια. Είμαι στο δωμάτιό μου. Το αισθάνομαι, δεν το βλέπω· είναι σκοτεινά. Βλεφαρίζω μερικές φορές. Κάτι ξεκαθαρίζει.
Ένας λευκός καμβάς φωτίζει ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Σκοτεινό δωμάτιο, όλοι κοιμούνται πίσω μου. Δεν ξέρω γιατί ξύπνησα, μα το έχω μετανιώσει. Είμαι πια όρθια. Με εντυπωσιάζει πώς τα έπιπλα εκπέμπουν κάτι σαν φως μέσα στην τόση μαυρίλα. Δεν ήξερα ότι γινόταν.
Τα σεντόνια της γιαγιάς πρώτα πρώτα αντανακλούν στον χώρο το λευκό τους, και ύστερα τα νυφικά απ' τις γαμήλιες φωτογραφίες στις κορνίζες. Σχηματίζουν ακαθόριστες θολούρες στο οπτικό μου πεδίο που ενώ φαίνονται μπλε εγώ καταλαβαίνω ως άσπρες· πολύ παράξενο. Προχωράω λίγο ακόμα -μα πώς βρέθηκα στο γραφείο της μητέρας μου;- και οι λευκοί της φάκελοι στο σκότος μου θυμίζουν λευκόχρυσο σε ράβδους·
Γυαλίζουν όντως ; -δε θέλω απάντηση, ο κόσμος αυτός δεν είναι ο δικός μου.
Από τους φρεσκοασβεστωμένους τοίχους της κουζίνας πηγάζει φως και στο σαλόνι μας οι λευκές λάμπες στο ταβάνι φωτίζουν, αν και σβηστές.
Είμαι μόλις έξι χρονών και δεν ήξερα πως το σπίτι μου υπάρχει όταν κοιμάμαι.
Και, πολύ χειρότερα, δεν ήξερα πως όταν κοιμάμαι αυτό πάει και μοιάζει αλλιώς.
Αρχίζω και ιδρώνω. Άραγε πού να είναι τώρα οι φίλες μου; Μοιάζουν κι εκείνες διαφορετικές τέτοια ώρα; Άρα λάμπει και το σπίτι της γιαγιάς; Η τάξη στο σχολείο;

Αν η πραγματικότητα ξεπερνάει τη δική μου αντίληψη, έχουμε πρόβλημα. Το ότι δε βλέπεις κάτι, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει... Πόσοι κόσμοι σαν αυτόν υπάρχουν ακόμα που δεν έχω ιδέα πώς είναι; Τι άλλο μπορούν να κάνουν από μόνα τους τα έπιπλα πέρα από το να λάμπουν στο σκοτάδι; Πόσα παιχνίδια δεν θα ξέρω καν ότι μπορώ να θελήσω να έχω; Πόσα τέρατα που ούτε φαντάζομαι μπορεί να μένουν κάτω από το κρεβάτι μου;
Στέκομαι στο κέντρο ενός άδειου σκοτεινού δωματίου και είμαι έτοιμη να μπήξω τα κλάματα.
Μα, γιατί νιώθω τόσο μόνη μου;
Πρέπει να τρέξω να πω κάτι στους γονείς μου, ο αδερφός μου το ξέρει; Γιατί κοιμούνται όλοι;
Φτάνω λαχανιασμένη στην πόρτα τους, την αγγίζω.
Α, όχι. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
Και αν τους τρομάξω;
Αλλά είναι τρομερό! Όλο το σπίτι βγάζει φως από μόνο του όταν κοιμόμαστε. Όσο η σκέψη παραμένει στο κεφάλι μου, τόσο περισσότερο με φρικάρει.
Δεν μπορώ απλώς να μπω στο δωμάτιο, κάτι με τραβάει πίσω.
Επιστρέφοντας σκεπτική στο δωμάτιό μου ασυναίσθητα ανάβω το φως. Μου τραβάει την προσοχή το παράθυρό μου. Ξεχωρίζει από το κίτρινο του τοίχου μου, είναι σχεδόν μαύρο. Πλησιάζω διστακτικά να κοιτάξω απ' έξω και βλέπω μία ολόκληρη γειτονιά γνώριμη, αλλά αλλιώτικη.
Προσπαθώ να καταλάβω τι διαφέρει... λείπει η κίνηση. Βέβαια, ο αέρας κουνάει απαλά τα φύλλα των δέντρων και τα κρεμασμένα στολίδια στα μπαλκόνια. Λείπει η ζωή. Κι όμως, βλέπω δύο τρία γατάκια στην άκρη του δρόμου να περνάνε. Λείπει η φασαρία, αν και οι βαριές ψιχάλες χτυπούν τις σκεπές.
Πού είναι οι άνθρωποι;
Κοιτάζω τον κρεμασμένο καμβά δίπλα από το παράθυρο. Δεν τον είχα προσέξει αυτή τη φορά.
Βλέπω σκιές πάνω του. Ζωγραφισμένα μπεζ και κίτρινα λουλούδια με μικρές πράσινες λεπτομέρειες. Καθόλου λευκός δεν είναι ο καμβάς μου, να και δυο νεράιδες εκεί πάνω.
Όλως περιέργως ανακουφίστηκα προς στιγμήν. Το ότι δε βλέπεις κάτι, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Στα σπίτια τους είναι και οι άνθρωποι, κοιμούνται, είναι αργά. Και καλά θα κάνω να κοιμηθώ κι εγώ.
Κλείνω τον διακόπτη και απευθείας φωτίζει λευκός ο καμβάς μου.
Επιστρέφω στην κλασική θέση του κρεβατιού μου, κι όμως η προοπτική του έχει αλλάξει.
Έναν λευκό καμβά φωτίζει ένα σκοτεινό δωμάτιο.

