Τα κρεμμύδια μας κάνουν να κλαίμε - Φεβρουάριος 2026

04/02/2026

Η μουσική του σουπερμάρκετ μου ανανεώνει το ρεπερτόριο πολλές φορές. Είναι και αυτή ένα αγαπημένο ερέθισμα της καθημερινότητας- ξυπνάει την περιέργεια μου.

Ακούγοντας τον Ρέμο να τραγουδάει "κι έσπασε η νύχτα δυο κομμάτια" σκεφτόμουν ότι δεν μπορεί να μην έχει γράψει ο ίδιος αυτούς τους στίχους, δεν μπορεί να μην είδε όντως κάποιον παλιό του έρωτα στον δρόμο με ένα νέο άτομο και να σοκαρίστηκε τόσο στη συνειδητοποίηση ότι η αναστάτωση μέσα του αναλογεί του σπασίματος ολόκληρης της νύχτας στη μέση. (!!)


Αφού το ακούω στη φωνή του.

Προφανώς δεν έγραψε ο Ρέμος τους στίχους,

και μάλλον ούτε πέτυχε κανέναν έρωτα τυχαία.

Και όταν με τη Νεφέλη ακούμε τη Μπαλάντα του κυρ Μέντιου, μερακλώνουμε στο ρεφραίν χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι λέμε τραγουδώντας το. Αλλά το δίνουμε και το ευχαριστιόμαστε (για να μη μιλήσω για το ξενόγλωσσο ευρωπαϊκό ρεπερτόριο μας).

Βρίσκω κάτι παράδοξο μέσα σε αυτό. Από μικρή όταν ερχόταν η ώρα για την άσκηση "Αντιγραφή και Προτάσεις" ταλαιπωρούμουν πολύ αν δεν μπορούσα να εκφράσω την πραγματικότητα με τις εκάστοτε λέξεις που μου δίνονταν. Δεν γινόταν να γράψω στην άσκηση ότι "έφαγα ένα καλό πρωινό σήμερα" αν βασικά δεν μου άρεσε και τόσο το πρωινό που είχα φάει εκείνη την ημέρα. Μετά από πολλή συζήτηση κατάλαβα ότι μπορώ να γράφω και "ψέματα".

Υπήρχε μία άλλη, πολύ συγκεκριμένη λειτουργικότητα στη χρήση των λέξεων σε εκείνη την περίπτωση. Χρησιμοποιώντας λέξεις δεν ενημέρωνα κάποιον για κάτι, δεν επικοινωνούσα καν. Εξασκούμουν στο να γράφω, μάθαινα συντακτικό. Έγραφα προτάσεις για να ανακαλύψω διάφορες μορφές του λόγου, και μάλιστα κατέληξα να μαθαίνω όντως να εκφράζομαι καλύτερα μέσω αυτής της εμπειρίας.

Τώρα πια καταλαβαίνω καλύτερα γιατί δεν ήταν ζητούμενη η αλήθεια, όμως το παράδοξο μένει: πώς η γλώσσα μου εκφράζει κάτι χωρίς απαραίτητα να αντικατοπτρίζει το περιεχόμενό της;

Το γράψιμο λειτουργεί εκτονωτικά για εμένα πλέον. Και μόνο που γράφω, λίγο με πιάνει μια εγρήγορση, σίγουρα κάτι που με μαστουρώνει απελευθερώνεται στον οργανισμό μου, περνάω καλά τέλος πάντων. Και πολλές φορές το περιεχόμενο των κειμένων μου είναι άσχετο αυτής της ψυχικής κατάστασης. Είναι κάποια ικανοποίηση της δημιουργίας; Ίσως είναι

και θυμίζει το να ουρλιάζω στα 15 στίχους στους οποίους η Μπίλι Άιλις αναφέρεται στον αλκοολικό της πρώην, λες και έβγαιναν από τα βάθη της ψυχής μου,

ή το να θέλει η Ολυμπία να παίξουμε ελαφρολαϊκά που ούτε τα ξέρω- αλλά νιώθω σαν να είπα ακριβώς ό,τι είχα ανάγκη μέσα από αυτή τη μουσική, αν λίγο γκρουβάρει τελικά.

Εδώ μου έρχεται στο μυαλό η "θεωρία των παθών" του Μπαρόκ. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, πάνω-κάτω, το ανθρώπινο συναίσθημα αντιμετωπιζόταν ως μια αντικειμενική κατάσταση που μπορούσε να αποδοθεί μουσικά σε έργα, χωρίς να σχετίζεται απαραίτητα με την ψυχική πραγματικότητα του συνθέτη.

Το ότι ο Μπαχ δεν έγραφε καψουροτράγουδα μετά από ερωτική απογοήτευση, αλλά μπορεί και να ξυπνούσε χαρούμενος και να αποφάσιζε ότι "σήμερα θα εκφράσει μουσικά το συναίσθημα της οργής", δεν σημαίνει ότι δεν είχε επαφή με το συγκεκριμένο πάθος. Ούτε είναι πολύ μακριά από την πιθανότητα η Αντέλ να πήγαινε πασίχαρη στο στούντιο για να ηχογραφήσει το "All I Ask".

Καταστάσεις σαν τις παραπάνω είναι μικρές οάσεις δυνατότητας για συναίσθημα, για οποιοδήποτε συναίσθημα. Όπως όταν κόβεις κρεμμύδια και κλαις,

καταβάλλεσαι από αυτό,

το αποδέχεσαι και παίρνεις λίγο τον χρόνο σου. Το αφήνεις να τσούζει γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

Αν δεν κοπείς, ε μάλλον δεν συμβαίνει κάτι άξιο κλάματος- παρόλα αυτά εσύ κλαις.

Και μετά στις πιπεριές είσαι μια χαρά. 

Share