Τι και Αν - με τον Άλεξ (Ιούλιος 2026)
Έχω κατασκευάσει τη λέξη "τιάν", ως μία ισοπεδωτικά ηλίθια απάντηση στην ερώτηση "τι και αν;", για να αποτρέπω τον εαυτό μου να επεκτείνει τη σκέψη του πάνω σε αυτό το ερώτημα που συχνά προκύπτει.
Έτσι, όταν ξεκινάω με την διάθεση του "τι και αν...", έχω μία πολύ λογικοφανή (;), άμεση (!) και ξενερωτική (!!) απάντηση για να με γειώσει, να με προλάβει και να με αποθαρρύνει από το να κάνω σενάρια για καταστάσεις που δεν απαιτούν φαντασία, επειδή απλούστατα ανήκουν ήδη στην πραγματικότητα.
Από την άλλη... η φαντασία υπάρχει επειδή απαιτείται κάπου;
Υφίσταται κάποιος "φύσει καπιταλισμός" που καθιστά κάθε διανοητική δυνατότητά μας "βιώσιμης σημασίας" ντε και καλά; Ή μήπως εφαρμόζεται κάποιου είδους "φυσική επιλογή" και διατηρούνται μόνο όποιες λειτουργίες αποδίδουν στις ανάγκες επιβίωσης;
Τώρα τα λέω παράξενα τα πράγματα για να αποτυπώσω την πονηρή διαδικασία με την οποία καταλήγω να ξεπερνάω τη σαχλή μου πρώτη απάντηση και έπειτα να ονειροπολώ με την ησυχία μου.
Γιατί έτσι συμβαίνει. Και το κάνουμε αυτό. Ίσως δεν μπορούμε και αλλιώς. Και δεν είναι τυχαίο που μπορέσαμε να ταυτιστούμε και να βρούμε κοινό συνειρμό με τον Άλεξ σχετικά με αυτό το φαινόμενο τόσο εύκολα. Πρόκειται για άλλη μία πολύ ανθρώπινη διεργασία.
Και καθώς στη συζήτηση επανερχόταν σε διάφορες μορφές η έννοια του "αναπόφευκτου", θα τολμήσω να πω ότι η ερώτηση "τι και αν;", πράγματι είναι αναπόφευκτη.
εμείς μπορούμε να την παρατηρούμε, να την εξηγούμε, να τη συζητάμε-
να γράφουμε κείμενα για αυτή
Τι και αν τα πράγματα έρθουν όπως τα θέλω, παρά τις όποιες ενδείξεις προς το αντίθετο;
Ο άνθρωπος, ως ον που αντιλαμβάνεται το μέλλον, έρχεται σε επαφή με αυτό αναγκαστικά πρώτα μέσω της φαντασίας του. Μαντεύει, κάνει σενάρια, ελπίζει.
Τι και αν με πάρουν στη δουλειά;
Τι και αν με θέλει πίσω;
Τι και αν το πρόβλημα υγείας μου φύγει από μόνο του;
Είναι εύκολο να πούμε πως κάποιος ξεφεύγει μέσα του φαντασιωνόμενος μια ευνοϊκή για αυτόν έκβαση των πραγμάτων που μάλλον δεν θα έρθει, αλλά δεν υπάρχει πράγμα πιο ανθρώπινο: φαντάσου κάθε φορά που ο νους σου εξερευνούσε το μέλλον να συναντούσε μόνο πόνο, απογοήτευση και φρίκη. Θα το άντεχες;
Ύστερα έρχεται η άλλη ερώτηση: τι και αν τα πράγματα πήγαιναν διαφορετικά;
Με δεδομένη πια την έκβαση της κατάστασης, αφού κατοικεί στο παρελθόν, ο άνθρωπος καλείται να τη διαχειριστεί, να αντέξει δηλαδή συναισθηματικά το ότι έτσι ήρθαν τα πράγματα, και όχι αλλιώς. Άρα, ποια η χρησιμότητα της ερώτησης;
Διττή: αφενός, η ερώτηση αυτή κρύβει μέσα της μιαν άλλη ερώτηση, κατά τη γνώμη μου πιο ώριμη. Το 'τι και αν δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να έρθουν αλλιώς;' Στην προσπάθεια μας να απαντήσουμε, μαθαίνουμε να βλέπουμε πιο σφαιρικά τις καταστάσεις, να μπαίνουμε στη θέση των άλλων, ίσως τελικά μέχρι και να αποδεχόμαστε το ό,τι μας έτυχε. Ίσως βέβαια χρειαστεί να γράψουμε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα για να φτάσουμε μέσα μας στην αποδοχή, όπως στην περίπτωσή μου, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.
Αφετέρου, η ανθρώπινη ψυχή είναι βαρύ πράγμα. Η ένταση των συναισθημάτων μας είναι τεράστια, απόδειξη οι διάφορες τρέλες που κάνουμε ως απότοκό τους. Είναι δύσκολο να περιέξουμε συναισθηματικά τους εαυτούς μας, όσο κι αν διατηρούμε την ψευδαίσθηση πως έχουμε τον έλεγχο.
Έτσι, το να ρωτάμε μήπως θα μπορούσε να είχε γίνει εκείνο αντί για το άλλο δίνει τη δυνατότητα σε κομμάτια μας, σε επιθυμίες και πόθους και ελπίδες μας να εκφραστούν, παρόλο που η πραγματικότητα τους στέρησε αυτήν την ευκαιρία στην πράξη. Μπορούμε, με άλλα λόγια, ό,τι δεν ζήσαμε, να το ζήσουμε στο μυαλό μας. Υγιές ή όχι, θα κριθεί από το πόσο και πώς το κάνουμε, πάντως είναι, κατά τη γνώμη μου, ανθρώπινο και αναγκαίο. Σκέψου μόνο όλοι οι πόθοι και οι ελπίδες σου να έμεναν καταπιεσμένες εσαεί αν δεν εκφράζονταν στην πραγματική ζωή. Πόσο θα το άντεχες;
Όπως είπε η Νίκη, ακόμα κι αν η έκβαση μιας κατάστασης ήταν αναπόφευκτη, η αντίδρασή μας σε αυτήν δεν χρειάζεται να είναι. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε όσα μας τυχαίνουν με διαφορετικούς τρόπους, κι ας είμαστε φυσικά ως ένα βαθμό περιορισμένοι από το ποιοι είμαστε: τη βιολογία, το χαρακτήρα, το παρελθόν, το μέλλον μας.
Το ότι κάποιος μας φέρθηκε άσχημα δεν σημαίνει πως πρέπει να γίνει εχθρός μας, και η ερωτική μας απογοήτευση, αντί να αποτελέσει εφαλτήριο για να βουτήξουμε με άλμα επί κοντώ στο κενό, μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για το επόμενο ποιήμα ή τραγούδι μας.
Ναι, κάποιες φορές τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα θέλουμε. Τι και αν μπορούμε αυτό να το εκμεταλλευτούμε προς όφελός μας;
γράφουμε με τον Αλέξιο Κούβελα


