ΞΕΚΟΛΛΑ, ΞΕΚΟΛΛΑ, Σ'ΑΚΟΥΕΙ ΟΛΗ Η ΧΩΡΑ - με τη Φιλία και τη Νεφέλη (Οκτώβριος 2026)

24/10/2026


Ο ίδιος ο άνθρωπος σφίγγεται στο στομάχι του σαν θελήσει να βάλει σε λέξεις το "σ' αγαπώ", 

και ο ίδιος ο άνθρωπος δε λογαριάζει ντροπή πριν να δώσει στον λόγο του νοήματα μίσους.


Δεν ξέρω, μα μου μοιάζει απαραίτητο κάθε τόσο να σκέφτομαι ως ίδιους τους δυο αυτούς ανθρώπους -και τους υπόλοιπους- για να θυμάμαι πως ενέχουμε όλοι κάτι απ' τους όλους, και από τις δυνατότητες και από τις επιλογές τους. 


Η συγκεκριμένη συνάντηση αφορά στον διάλογο μεταξύ δύο κειμένων που γράφτηκαν ύστερα από διάλογο για "κωλύματα" σε διαλόγους της επικαιρότητάς μας.


Υπάρχουν λέξεις που κολλάνε στο δέρμα σαν αόρατη πίσσα. Δεν ξεπλένονται με νερό, δεν φεύγουν με τον χρόνο· γίνονται δεύτερη φύση, ρίζες που ποτίζονται με το χώμα της συνήθειας και τον φόβο του Άλλου (ανθρώπου).

Φορούν μανδύες ιερούς, ψιθυρίζουν δήθεν νόμους αγάπης, μα στα χείλη τους φέρνουν ένα τόσο ισχυρό δηλητήριο που συχνά δεν έχεις καν συναισθανθεί ότι το δέχεσαι και στα χέρια τους κρύβουν σύρματα.

«Αυτοί» και «Εμείς», χωρισμένοι από τείχη που έχτισαν οι προηγούμενοι και ποτίζουν με το ίδιο τους το μίσος οι νεότεροι. Επικίνδυνο πράγμα η νεότητα, άλλοι σε νομίζουν σωτήρα του κόσμου, κι άλλοι, σε αφήνουν να αναπαράγεις τις ίδες κολλημένες φράσεις με ένα πρόσχημα ιερότητας, που τελικά χάνει το νόημά του από τον πρώτο του ήχο.

Κι εμείς, τα παιδιά μιας γενιάς με το όνομα του «σωτήρα» που έχουμε όντως την ευθύνη μέσα μας από τα γεννοφάσκια μας να σώσουμε την ανθρωπότητα λες και έχουμε χάσει τη θνητότητά μας, κοιτάζουμε έναν κόσμο γκρεμισμένο, που μετράει ακόμα τις πληγές του από τον πόλεμο κι όμως... συνεχίζει τον δικό του, εσωτερικό πόλεμο.

Έναν πόλεμο λέξεων, που βαφτίζουν τους ανθρώπους «λαθραίους», που μετρούν την αγάπη με ζυγούς ντροπής, που θέλουν τα σπίτια κλειστά και τις ψυχές αλυσοδεμένες.


Πώς να σώσεις έναν κόσμο που φοβάται την ίδια του την ανάσα;

Πώς να καθαρίσεις τα χέρια από την κόλλα που σε κρατάει δέσμιο σε παλιές, σκονισμένες αλήθειες;


Ίσως η σωτηρία να μην έρχεται από ψηλά.

Ίσως να ξεκινάει από μια ελαφριά κίνηση των δαχτύλων:

να ξεκολλήσεις το ψέμα,

να πετάξεις τη λάσπη,

και να αφήσεις το φως να ακουμπήσει, επιτέλους,

την ομορφιά κάθε διαφορετικού ανθρώπου.



Είναι αδιανόητο πώς απλά κολλάμε σε ιδέες, πώς το αυτονόητο για τον καθένα μας είναι ξένο στον ξένο, άγνωστο. Αυτό νιώθω επεξεργαστήκαμε. Μια συνάντηση με μια κοινή βάση ιδεών όπου μιλούσαμε ανοιχτά, απηυδήσαμε, νιώσαμε ένταση, αγανάκτηση. 

Αναρωτιέμαι μερικές φορές γιατί οι άνθρωποι συζητούν. Σαφώς, ανταλλάζουν απόψεις, συνδιαλέγονται, εκφράζουν διαφορετικές οπτικές πάνω σε ποικίλα ζητήματα. Με λίγα λόγια, όπως ετυμολογικά υποδεικνύει η λέξη (συζητούν), ζητούν κάτι αμοιβαία, ο ένας από τον άλλον. Ωστόσο, τι θα μπορούσα να ζητήσω από κάποιον που εγγενώς τείνει να αποδίδει την εκάστοτε άποψη στο εκάστοτε άτομο. Δηλαδή, προδιατίθεται αρνητικά απέναντι μου ολοκληρωτικά βάσει μίας εκφραζόμενης άποψης. Τοποθετεί τη λεγόμενη ετικέτα, την ταμπέλα. Οποιαδήποτε επόμενη άποψη μου αντιστοιχεί ακριβώς στην ετικέτα που μου έχει ήδη προσάψει. Ακριβώς αυτή η προκατειλημμένη στάση, προφανώς, δεν αφήνει περιθώριο γι' αυτή την από κοινού ζήτηση. 

Στην πραγματικότητα δε ζητάει κάτι από μένα, αντιθέτως μου δίνει. Μου δίνει μια ωραία, τεχνητή ταυτότητα που βολευει το συγκεκριμένο άτομο, ώστε να εξαπολύει ανενόχλητο τις εικασίες και τους ισχυρισμούς του. Φεύγουμε πλέον από απόψεις, οι οποίες αποτελούνται από επιχειρήματα, καταλήγουμε στο λεγόμενο ad hominem, ένα ρητορικό τέχνασμα βασιζόμενο στην επίθεση στο άτομο. 

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως όσο αυτονόητη και αν κρίνω την άποψη μου εκείνη τη στιγμή, αυτό που δημιουργεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι ο τρόπος που εμμένει κάποιος σε μια προδιαγεγραμμένη ιδέα, πώς κολλάει σε κάτι που ο ίδιος έφτιαξε, πραγματικά άξιο απορίας. 

Μήπως ήρθε η ώρα να ξεκολλήσεις;



γράφουμε με τη Φιλία Τσακίρη και την Νεφέλη Κουρουπάκη


Share